Αναζητώντας τους Ελληνες
Καθώς η παρέλαση των ονομάτων των υπό μεταγραφή παικτών συνεχίζεται και θα συνεχιστεί, η βασική διαπίστωση δεν είναι ενθαρρυντική για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Το ενδιαφέρον των «μεγάλων» για τον κορμό των ομάδων τους επικεντρώνεται στο εξωτερικό και οι μεταγραφές από την εγχώρια αγορά γίνονται περισσότερο για τη δημιουργία εντυπώσεων.Στα δάκτυλα του ενός χεριού μετριούνται οι Ελληνες ποδοσφαιριστές που έγιναν μήλον της Εριδος και αυτοί δεν μπορούν, τουλάχιστον στην παρούσα φάση της καριέρας τους, να θεωρηθούν «μεγάλα ονόματα». Ο Λάζαρος Χριστοδουλόπουλος δεν είχε «καπαρώσει» θέση στην ενδεκάδα του ΠΑΟΚ. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος σίγουρα θα δώσει μάχη για να πείσει τον Βαλβέρδε, ενώ ο Γιάννης δεν μπορεί από τώρα να θεωρηθεί σίγουρος για τη θέση του δεξιού μπακ. Οσο για τον Αβραάμ Παπαδόπουλο, ακόμα βρίσκεται στη σκιά των βασικών κεντρώων αμυντικών της εθνικής ομάδας.
Ειδικά όμως εκεί όπου υπάρχει ανησυχητική έλλειψη Ελλήνων παικτών είναι στις λεγόμενες παραγωγικές θέσεις. Στο κέντρο και στην επίθεση. Και αυτό φαίνεται αν δούμε τα ρόστερ των τριών μεγάλων του κέντρου και όχι μόνο. Οι ξένοι είναι πολύ περισσότεροι από τους Ελληνες. Και εδώ θα πρέπει να αναγνωρίσω κάποια «ελαφρυντικά» στον Οτο Ρεχάγκελ, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να επιλέγει ακόμα τους ίδιους παίκτες σε ορισμένες θέσεις. Δυστυχώς για το ελληνικό ποδόσφαιρο, δεν έχει βρεθεί ακόμα παίκτης στη θέση του Βασίλη Τσιάρτα ούτε του Θοδωρή Ζαγοράκη. Και δεν βλέπω να βρεθούν ούτε στου Γιώργου Καραγκούνη ούτε στου Αγγελου Μπασινά, όταν αποφασίσουν να σταματήσουν από την Εθνική.
Στο τεράστιο λοιπόν αυτό πρόβλημα πρέπει να αναζητήσει λύση η ΕΠΟ με τη συνεργασία των ομάδων. Διότι έως σήμερα ο ομοσπονδιακός προπονητής καλούσε παίκτες που αγωνιζόταν στο εξωτερικό. Αυτοί όμως… τελειώνουν.
Προσωπικά πιστεύω πως υπάρχουν ταλαντούχοι Ελληνες ποδοσφαιριστές. Ομως, η επικοινωνιακή πολιτική των μεγάλων ομάδων δεν επιτρέπει στην ανάδειξή τους. Δεν «πουλάει» αν ο Ολυμπιακός πάρει έναν παίκτη που διακρίθηκε στη Β΄ Εθνική, όσο έναν από την Αργεντινή, έστω κι αν είναι αμφιβόλου αξίας.
Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος που χάνονται οι νέοι παίκτες για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Κι αυτός είναι πως μόλις ξεχωρίσει ένας σε μια μικρή ομάδα, ο πρόεδρός της θέλει να θησαυρίσει ζητώντας για την παραχώρησή του χρυσάφι… όσο το βάρος του.
Αλλη αιτία; Η μη ύπαρξη σωστής υποδομής στις περισσότερες ομάδες μας και το ότι δεν γίνεται ο απαιτούμενος σχεδιασμός για ανεύρεση ταλέντων από τη μικρή ηλικία, ώστε να ενταχθούν σ’ ένα πρόγραμμα και να αξιοποιηθούν.
Ετσι όμως και καθώς αναζητούν όλοι την εύκολη –και πολλές φορές φτηνότερη– λύση από το εξωτερικό, το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι καταδικασμένο σε μαρασμό. Και αυτή η μέρα δεν φαίνεται να είναι πολύ μακριά.
kouk@kathimerini. gr
ΠΡΟΒΛΕΨΗ για το ποια ομάδα θα πάρει το EURO δεν μπορώ να κάνω. Για το ποια όμως είναι «πρωταθλήτρια στις καρδιές μας» είμαι σίγουρος: Η Τουρκία. Οχι μόνο γιατί τα δικά της παιχνίδια και οι ανατροπές στο σκορ θα μας μείνουν αξέχαστα, αλλά διότι η ομάδα του Φατίχ Τερίμ μας έδωσε αυτά που είχαμε ξεχάσει στο «βιομηχανοποιημένο» επαγγελματικό, ακόμα και σε επίπεδο Εθνικών ομάδων, ποδόσφαιρο.
ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ, οπαδός της ΑΕΚ, δεν άντεξε και ξέσπασε: «Ο Παναθηναϊκός πήρε Χριστοδουλόπουλο, έκανε δικούς του τους Ιβανσιτς και Μάτος. Χτυπάει παίκτες των οποίων η αξία ξεπερνάει τα έξι εκατομμύρια ευρώ. Ο Ολυμπιακός αναμένεται να ξοδέψει σχεδόν 15 εκατομμύρια για μεταγραφές και εμείς παλεύουμε να κρατήσουμε τον Κονέ».
ΑΠΟ τότε που ασχολούμαι με το επάγγελμα, για όλα τα δεινά των ομάδων της Θεσσαλονίκης φταίει η Αθήνα, το κέντρο αποφάσεων του ελληνικού κράτους. Ξεχνάνε βέβαια πως εδώ και δεκαετίες αυτοί που αποφασίζουν στην πρωτεύουσα, ειδικά σε θέματα αθλητισμού, είναι από τη Θεσσαλονίκη. Θα ήταν εύκολο για μένα, αλλά κουραστικό για τον αναγνώστη, να απαριθμήσω τα όσα έκαναν οι υπουργοί Πολιτισμού και οι υφυπουργοί Αθλητισμού για τις ομάδες της περιφέρειάς τους.
Ο ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ, έως χθες, είναι ο νικητής της μεταγραφικής περιόδου. Και στην ουσία και στις εντυπώσεις. Η απόκτηση του Λάζαρου Χριστοδουλόπουλου, την ώρα που ο Ολυμπιακός είχε αυξήσει την προσφορά του, δείχνει πως η νέα διοίκηση της ΠΑΕ είναι αποφασισμένη να ανεβάσει πολύ τον πήχη στο μεταγραφικό χρηματιστήριο. Και, επιπλέον, να δείξει προς τον «αιώνιο» αντίπαλο, πως θα παίρνει αυτό που θέλει. Κι αυτό σημαίνει πολλά…
Κάνοντας τον απολογισμό της εθνικής μας ομάδας ποδοσφαίρου, έκανα και τον δικό μου, γι’ αυτές τις δεκαπέντε ημέρες που βρέθηκα στο Σάλτσμπουργκ για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Τι θέματα κάλυψα, τι θα μπορούσα να καλύψω ακόμα, ποια άλλα «έχασα», τι εμπειρίες επιπλέον απέκτησα. Μία από αυτές είναι πως είναι… χαμένος χρόνος και κόπος να παρακολουθείς από δημοσιογραφικό ενδιαφέρον τις συνεντεύξεις Τύπου του Οτο Ρεχάγκελ. Αν το δεις από… καλλιτεχνική σκοπιά, υπάρχει λόγος, γιατί ο Γερμανός προπονητής είναι, πέρα των άλλων, και «σόουμαν».
ΚΑΤΙ από Πορτογαλία πήγε να μας θυμίσει η εθνική ομάδα στο παιχνίδι με την Ισπανία. Ηταν το διάστημα μετά το γκολ του Χαριστέα και μέχρι το 60΄, οπότε, μάλιστα, κάποιοι άρχισαν να λένε, γιατί να μη μετρήσει το γκολ με τη Ρω
ΤΑ ΠΑΝΤΑ στον βωμό της κυκλοφορίας, της τηλεθέασης, της ακροαματικότητας. Δώστε στον κόσμο αυτό που θέλει να διαβάσει, να δει και ν’ ακούσει. Εχει δεν έχει αξία δεν ενδιαφέρει κανέναν. Αποδεικνύεται πως, όπως στα κοινωνικά θέματα «πουλάει» ο πόνος, το αίμα και το κουτσομπολιό, στον αθλητισμό «πουλάει» μόνο η νίκη. Η ήττα δεν «τραβάει». Πριν από τέσσερα χρόνια είχαν… μπλοκάρει τα κυκλώματα από τα ρεπορτάζ που έστελναν τα κανάλια για την εθνική ποδοσφαίρου από την Πορτογαλία. Αφιερώματα στις αθλητικές εφημερίδες και τα ραδιόφωνα. Πρωτοσέλιδη η ομάδα του Ρεχάγκελ στις πολιτικές εφημερίδες.